αποτρόπαιος


αποτρόπαιος
-α, -ο (AM ἀποτρόπαιος, -ον) [αποτροπή]
αυτός που τον αποστρέφεται κανείς ως απαίσιο, αποκρουστικός
αρχ.
αυτός που απομακρύνει το κακό ή τις συμφορές.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποτρόπαιος — averting evil masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποτρόπαιος — η, ο εκείνος τον οποίο θα ήθελε κανείς να αποτρέψει, να απομακρύνει, απαίσιος: Η αστυνομία κατόρθωσε να βρει τους δράστες του αποτρόπαιου εγκλήματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποτρόπαιον — ἀποτρόπαιος averting evil masc/fem acc sg ἀποτρόπαιος averting evil neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • АПОТРОПЕЙ —    • Άποτρόπαιος,          см. Averruncus, Аверрунк …   Реальный словарь классических древностей

  • ἀποτροπαίοις — ἀποτρόπαιος averting evil masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποτροπαίοισι — ἀποτρόπαιος averting evil masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποτροπαίου — ἀποτρόπαιος averting evil masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποτροπαίους — ἀποτρόπαιος averting evil masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποτροπαίων — ἀποτρόπαιος averting evil masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποτροπαίῳ — ἀποτρόπαιος averting evil masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.